z-logo
open-access-imgOpen Access
Ανάπτυξη μεθόδων ανίχνευσης και κλινική σημασία των αντισωμάτων κατά α-ακτινίνης σε ασθενείς με αυτοάνοσα ηπατικά νοσήματα
Author(s) -
Κατερίνα Οικονόμου
Publication year - 2014
Language(s) - Italian
Resource type - Dissertations/theses
DOI - 10.12681/eadd/35211
Subject(s) - medicine , logistic regression , gastroenterology
Η α-ακτινίνη είναι μία πρωτεΐνη του κυτταροσκελετού, η οποία ανήκει στην οικογένεια των πρωτεϊνών που προσδένονται στην f-ακτίνη (FA). Μέχρι σήμερα έχουν ταυτοποιηθεί τέσσερις ισομορφές της α-ακτινίνης στον άνθρωπο : οι «μυϊκές» α-ακτινίνη-2 και -3 και οι «μη μυϊκές» α-ακτινίνη-1 και -4. Οι ακριβείς λειτουργίες των ισομορφών της α-ακτινίνης δεν έχουν πλήρως αποσαφηνιστεί μέχρι σήμερα, εντούτοις φαίνεται ότι το μόριο αυτό επιτελεί σημαντικό ρόλο στην παθογένεια αυτοανόσων νοσημάτων, όπως ο Συστηματικός Ερυθηματώδης Λύκος (Σ.Ε.Λ.) και η Αυτοάνοση Ηπατίτιδα (ΑΗ). Ιδιαίτερα στην ΑΗ-τύπου 1 (ΑΗ-1), μελέτες έχουν δείξει ότι ο συνδυασμός αντισωμάτων έναντι της FA (AFA) και έναντι της α-ακτινίνης είναι ειδικός για τη διάγνωση της ΑΗ-1. Σκοπός της παρούσας εργασίας ήταν να μελετηθεί εάν τα αντισώματα έναντι της α-ακτινίνης και τα AFA μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως δείκτες ανταπόκρισης στην ανοσοκατασταλτική θεραπεία και ως δείκτες πρόβλεψης των υποτροπών σε μία μεγάλη σειρά ασθενών με ΑΗ-1. Μεθοδολογία: Αναλυτικά, 764 διαδοχικά δείγματα 86 ασθενών με ΑΗ-1, 509 «παθολογικών» και 110 υγιών μαρτύρων εξετάστηκαν για την παρουσία AFA με εμπορικά διαθέσιμη ELISA, καθώς και αντισωμάτων έναντι της α-ακτινίνης με in house ELISA που αναπτύχθηκε και προτυποποιήθηκε στο εργαστήριο. Οι οροί των ασθενών χωρίστηκαν στις ακόλουθες ομάδες: Ομάδα Baseline = ενεργός νόσος προ έναρξης θεραπείας, n=86 ασθενείς, ομάδα Α = Responders – ασθενείς που εμφάνισαν πλήρη ανταπόκριση στην ανοσοκατασταλτική αγωγή (n = 40 ασθενείς), Ομάδα Β = Relapsers/incomplete responders – ασθενείς που εμφάνισαν είτε τουλάχιστον μία υποτροπή μετά από πλήρη ανταπόκριση στη θεραπεία (relapsers, n=23 ασθενείς) ή εμφάνισαν υποτροπή μετά τη διακοπή της θεραπείας (n=5) ή εμφάνισαν μερική ανταπόκριση (n=9 ασθενείς που δεν πληρούσαν τα κριτήρια πλήρους ανταπόκρισης (σύνολο 37 ασθενείς), Ομάδα Γ = ασθενείς που δεν έλαβαν θεραπεία (n=9 ασθενείς).Αποτελέσματα: Τα επίπεδα των αντισωμάτων έναντι της α-ακτινίνης και των AFA ήταν σημαντικά υψηλότερα στην ομάδα baseline. Η διπλή αντιδραστικότητα έναντι της α-ακτινίνης και της f-ακτίνης συσχετίστηκε με ενεργότητα της νόσου (OR 4,9; 95% CI : 2,7-9). Οι τιμές της οπτικής πυκνότητας των αντισωμάτων έναντι της α-ακτινίνης παρουσίασαν σημαντική μείωση στην πρώτη παρατηρούμενη ύφεση (p<0,05). Η ανταπόκριση στη θεραπεία συσχετίστηκε με απουσία αντισωμάτων έναντι της α-ακτινίνης προ έναρξης αγωγής (OR 3,4; 95% CI : 1,3-8,9) και απουσία αντισωμάτων έναντι α-ακτινίνης και AFA προ έναρξης θεραπείας (OR 3,8; 95% CI : 1,4-10,4). Οι ασθενείς που εμφάνισαν πλήρη ανταπόκριση στην ανοσοκατασταλτική αγωγή εμφάνιζαν χαμηλότερα επίπεδα αντισωμάτων έναντι της α-ακτινίνης σε σχέση με ασθενείς που εμφάνισαν είτε τουλάχιστον μία υποτροπή μετά από πλήρη ανταπόκριση στη θεραπεία ή εμφάνισαν υποτροπή μετά τη διακοπή της θεραπείας ή εμφάνισαν μερική ανταπόκριση (p=0,002). Η δυαδική λογιστική παλινδρόμηση (binary logistic regression) ανέδειξε ότι τα επίπεδα των αντισωμάτων κατά της α-ακτινίνης είναι ο μόνος προγνωστικός παράγοντας ανταπόκρισης στη θεραπεία (p=0,05).Συμπεράσματα: Τα επίπεδα αντισωμάτων έναντι της α-ακτινίνης πριν από την έναρξη θεραπείας φαίνεται ότι αποτελούν προγνωστικό παράγοντα ανταπόκρισης στην ανοσοκατασταλτική αγωγή και θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν ως δείκτες παρακολούθησης του θεραπευτικού αποτελέσματος στην ΑΗ-1.

The content you want is available to Zendy users.

Already have an account? Click here to sign in.
Having issues? You can contact us here
Accelerating Research

Address

John Eccles House
Robert Robinson Avenue,
Oxford Science Park, Oxford
OX4 4GP, United Kingdom