z-logo
open-access-imgOpen Access
Οι τοιχογραφίες της Μονής Κοιμήσεως της Θεοτόκου στο Μεγαλόβρυσο (1638/39) και η εντοίχια ζωγραφική του 17ου αιώνα στην επαρχία Αγιάς
Author(s) -
Ελένη Τσιμπίδα
Publication year - 2011
Language(s) - Uncategorized
Resource type - Dissertations/theses
DOI - 10.12681/eadd/31741
Subject(s) - sociology
Η έξαρση της εκκλησιαστικής οικοδομικής δραστηριότητας και η συνακόλουθη ανάπτυξη της μνημειακής ζωγραφικής που διαπιστώνεται κατά τη μεταβυζαντινή περίοδο στο χώρο της σημερινής επαρχίας Αγιάς αποτελεί απότοκο της θρησκευτικής παράδοσης της περιοχής και του προνομιακού φορολογικού καθεστώτος που αυτή απέκτησε στο πρώτο μισό του 16ου αιώνα.Στην παρούσα μελέτη εξετάζεται η μνημειακή ζωγραφική που αναπτύχθηκε στην περιοχή κατά τη διάρκεια του 17ου αιώνα. Στόχος της εργασίας είναι η παρουσίαση των στοιχείων εξέλιξης της ζωγραφικής αυτής, η σκιαγράφηση των καλλιτεχνικών ρευμάτων και των ιδιωμάτων που συνυπάρχουν στην περιοχή, κατά την παραπάνω περίοδο, και η ανίχνευση των πηγών τους. Τα δεκατρία από τα δεκαπέντε ζωγραφικά σύνολα που παρουσιάζονται καλύπτουν τις έξι πρώτες δεκαετίες του 17ου αιώνα, με τα ακριβώς χρονολογημένα να τοποθετούνται μεταξύ του 1608/9 και του 1656. Κεντρικό μνημείο της μελέτης συνιστά ο διάκοσμος της Μονής Κοιμήσεως Θεοτόκου στο Μεγαλόβρυσο (Παναγία Νε(ι)βόλιανη), ο οποίος επιλέχθηκε με κριτήρια την κατάσταση διατήρησής του, την έκτασή του, που επιτρέπει την αντιπαραβολή των θεμάτων του με τα αντίστοιχα των άλλων μνημείων και τη δυνατότητα εντοπισμού του ζωγραφικού συνεργείου που τον δημιούργησε. Με δεδομένο ότι το σύνολο των έργων της περιοχής είναι ανυπόγραφο, το τελευταίο κριτήριο βάρυνε ιδιαίτερα καθώς θα επέτρεπε συσχετισμούς με άλλα συνεργεία που έδρασαν σε αυτή. Το μνημείο, η αρχική φάση του οποίου ανάγεται στο 13ο αιώνα, ανακαινίστηκε και ιστορήθηκε το 1638/39.Η μελέτη καταμερίζεται σε τέσσερα κεφάλαια. Στο πρώτο αποπειράται η σκιαγράφηση του δημοσιονομικού, οικονομικού και κατά συνέπεια οικιστικού και κοινωνικού πλαισίου, στο οποίο εντάσσεται η καλλιτεχνική δραστηριότητα της περιοχής. Στο δεύτερο κεφάλαιο παρουσιάζονται τα μνημεία της. Η σύντομη αναφορά στα ζωγραφικά σύνολα του 16ου αιώνα της πρώτης ενότητας, κρίνεται απαραίτητη για τον προσδιορισμό της ζωγραφικής παράδοσης της περιοχής και των επιρροών που αυτή δέχθηκε και άσκησε. Στη δεύτερη ενότητα του ίδιου κεφαλαίου περιγράφεται και αναλύεται, με συντομία, το εικονογραφικό πρόγραμμα των διακόσμων του 17ου αιώνα. Μέσα από εικονογραφικές, τεχνοτροπικές, επιγραφικές και παλαιογραφικές ιδιαιτερότητες που μελετώνται ανιχνεύονται ή και προσδιορίζονται οι καταβολές των συνεργείων που έδρασαν στην περιοχή. Το τρίτο κεφάλαιο αποτελεί το μεγαλύτερο τμήμα της εργασίας καθώς εστιάζει στο κεντρικό μνημείο της. Επιμερίζεται σε πέντε ενότητες, από τις οποίες δύο πρώτες αφορούν στην σύντομη παρουσίαση της αρχιτεκτονικής και της κτητορικής επιγραφής του μνημείου, και στην περιγραφή του εικονογραφικού προγράμματος των τοιχογραφιών του. Στην τρίτη ενότητα επιχειρείται η εικονογραφική πραγμάτευση των εικονιζόμενων θεμάτων, με παράλληλη προσπάθεια εντοπισμού των εικονογραφικών προτύπων και της διάδοσης του κάθε τύπου στην ευρύτερη περιοχή. Στο ίδιο κεφάλαιο εντάσσονται τα συμπεράσματα της μελέτης που αφορούν στη γενική θεώρηση του διακόσμου από εικονογραφική και από τεχνοτροπική, καθώς και από τεχνική και παλαιογραφική άποψη. Παράλληλα με βάση τα συμπεράσματα αυτά, γίνεται ταύτιση του ζωγραφικού συνεργείου που φιλοτέχνησε το συγκεκριμένο διάκοσμο και διαγράφεται η συνολική καλλιτεχνική διαδρομή των ζωγράφων του. Στα τελικά συμπεράσματα της μελέτης επιχειρείται, με βάση τα προηγούμενα, η συνολική θεώρηση των ζωγραφικών έργων που παρουσιάστηκαν και η τοποθέτηση της ζωγραφικής της εξεταζόμενης περιοχής στην τέχνη της περιόδου.Η συστηματική ανάλυση των εξεταζόμενων συνόλων έδωσε ενδιαφέροντα στοιχεία, τόσο για την ιστορία της τέχνης όσο και για την ιστορία της περιοχής. Με βάση τα επιγραφικά δεδομένα, την εικονογραφία και την τεχνοτροπία ταξινομήθηκαν, κατά το δυνατό, με χρονολογική σειρά και διαχωρίστηκαν οι ποικίλες φάσεις των τοιχογραφικών συνόλων των ναών, που λόγω της αδιάκοπης λειτουργίας τους δέχθηκαν αλλεπάλληλες επεμβάσεις. Οι ζωγραφικές εκφράσεις που αναδείχθηκαν είναι ποικιλότροπες, αλλά σταθερά προσανατολισμένες στην παράδοση του Bορειοδυτικού Eλλαδικού χώρου και των όμορων περιοχών. Το σύνολο των έργων χαρακτηρίζεται από ιδιαίτερη ποιότητα, σε σχέση με σύγχρονα μνημειακά σύνολα άλλων περιοχών. Οι ομοιότητες με ορισμένο κύκλο μνημείων της Ηπείρου και της Δυτικής Μακεδονίας είναι τόσο τυπολογικές όσο και υφολογικές, γεγονός που μαρτυρά μια ευρύτερη δραστηριότητα των συνεργείων που τα δημιούργησαν. Το κοινό πνεύμα και ύφος που συνδέει τα ζωγραφικά σύνολα της Αγιάς με τα μνημεία των παραπάνω περιοχών καταδεικνύει την καλλιτεχνική επικοινωνία της με τις περιοχές αυτές και παράλληλα ενδυναμώνει τις πηγές που αφορούν στις ιστορικές και κοινωνικές συνιστώσες της. Υπό αυτή την έννοια, ο μνημειακός πλούτος της Aγιάς κατέχει σημαντική θέση στην κατανόηση της ιστορίας και του πολιτισμικού προϊόντος του Θεσσαλικού χώρου γενικότερα.

The content you want is available to Zendy users.

Already have an account? Click here to sign in.
Having issues? You can contact us here
Accelerating Research

Address

John Eccles House
Robert Robinson Avenue,
Oxford Science Park, Oxford
OX4 4GP, United Kingdom